Οι υπηρεσίες μας

Παρέχουμε ολοκληρωμένες λύσεις που καλύπτουν τομείς engineering, εκπαίδευσης και real estate, συνδυάζοντας τεχνική γνώση, εμπειρία και καινοτόμες προσεγγίσεις, ώστε να ανταποκρινόμαστε με συνέπεια στις ανάγκες κάθε έργου και συνεργασίας.

Διαβάστε περισσότερα

Γιατί οι εταιρείες δεν βρίσκουν εργαζόμενους;

του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα,

Ένα οξύμωρο φαινόμενο της εποχής μας είναι ότι ενώ η χώρα μας εξακολουθεί να έχει ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά ανεργίας στην Ευρώπη, παρ’ όλα αυτά οι εταιρείες δεν μπορούν να βρουν προσωπικό όπως οι ίδιες λένε.

Ας τα βάλουμε όμως τα πράγματα σε μια σειρά. Η σωστή ερώτηση στο παραπάνω πρόβλημα είναι γιατί οι εταιρείες δεν μπορούν να βρουν το κατάλληλο προσωπικό; Και τι σημαίνει κατάλληλο; Ανθρώπους που θα έχουν τις απαιτούμενες γνώσεις, θα είναι άμεσα διαθέσιμοι και υπέρμετρα παραγωγικοί και οι οποίοι θα αμείβονται με ένα βασικό πακέτο παροχών χωρίς έξτρα. Και όλα αυτά βέβαια καθώς σχεδόν καμία εταιρεία δεν είναι διατεθειμένη να επενδύσει στους εργαζόμενους της αλλά το μόνο που επιθυμεί είναι άμεσα αποτελέσματα.

Πριν συνεχίσουμε όμως στην ανάλυση του φαινομένου θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι το εν λόγω φαινόμενο είναι πολυπαραγοντικό, επηρεάζεται δηλαδή από ποικίλους παράγοντες που αθροιστικά οδηγούν σε ένα δισεπίλυτο πρόβλημα. Επιπλέον το πράγμα γίνεται ακόμη πιο δύσκολο καθώς όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι παραιτούνται από την εργασία τους για να δημιουργήσουν κάτι δικό τους.

Η αγορά εργασίας αλλάζει συνεχώς και όποιος είναι στην «πιάτσα» οφείλει να παρακολουθεί τις εξελίξεις και να αναλύει τα δεδομένα πολύ προσεκτικά προτού πάρει την οποιαδήποτε απόφαση, είτε είναι εργαζόμενος, είτε εργοδότης.

Αιτίες παραίτησης

Οι βασικότερες αιτίες ώστε να εγκαταλείψει κάποιος την τωρινή του εργασία είναι όπως λένε οι ίδιοι οι εργαζόμενοι οι δύσκολες εργασιακές συνθήκες, η τοξικότητα, η έλλειψη ευκαιριών εξέλιξης και ανάπτυξης και το κυριότερο ότι η επαγγελματική τους ζωή υπερκαλύπτει την προσωπική. Αδιαμφησβήτητα είναι όλες πολύ σοβαρές αιτίες ώστε κάποιος να αναζητήσει μια αλλαγή στην εργασία του αλλά μήπως κάτι κρύβεται πίσω απ’ όλα αυτά;

Δυστυχώς βαθύτερα αίτια θα πρέπει να αποδοθούν στον τρόπο οργάνωσης των περισσότερων επιχειρήσεων ο οποίος βασίζεται σε αντιλήψεις παλαιότερων εποχών μην έχοντας προσαρμοστεί στη σύγχρονη εποχή καθώς και σε επιφανειακή ή παντελής έλλειψη εταιρικής κουλτούρας.

Η παραπάνω διαπίστωση γίνεται ακόμη χειρότερη αν αναλογιστεί κανείς ότι ελάχιστες εταιρείες ενδιαφέρονται πραγματικά να αλλάξουν την υφιστάμενη κατάσταση και το μόνο που προσπαθούν να κάνουν είναι να βγάλουν προς τα έξω μια εικόνα εταιρείας που ενδιαφέρεται για τους εργαζόμενους της γενικά και αόριστα. Έτσι λοιπόν βλέπουμε αναρτήσεις σε εταιρικά site αλλά κυρίως στα κοινωνικά δίκτυα όπου το traffic είναι μεγαλύτερο, που δείχνουν χαμογελαστούς ανθρώπους να διασκεδάζουν και να περνάνε καλά όλοι μαζί, ενώ η πραγματικότητα είναι αρκετά διαφορετική.

Ειδικά στην νέα γενιά (gen Z) δεν «πουλάει» πια το αφήγημα ότι κάθε Παρασκευή βγαίνουμε όλοι μαζί έξω σαν εταιρεία να περάσουμε καλά. Οι νέοι γουστάρουν εταιρεία, γουστάρουν «φανέλα» αρκεί να ικανοποιούνται μια σειρά από συνθήκες που μέχρι μια δεκαετία πριν δεν ήταν καν υπό συζήτηση στα επιχειρηματικά περιβάλλοντα.

Η λύση  

Η κάθε εταιρεία σαφώς και αποτελεί έναν διαφορετικό οργανισμό με συγκεκριμένες ανάγκες και λειτουργεί με συγκεκριμένους κανόνες. Αυτό όμως δεν αποτρέπει την εκάστοτε εταιρεία να κάνει κινήσεις ώστε να ενισχύσει το employer branding της.

Με άλλα λόγια αυτό που μένει τελικά σε όλες τις δραστηριότητές μας είτε προσωπικές είτε επιχειρηματικές είναι η φήμη μας. Εάν μια εταιρεία επενδύσει στους ίδιους της τους εργαζόμενους, τότε θα δημιουργηθεί μια καλή εργασιακή φήμη η οποία θα διαδοθεί από στόμα σε στόμα και θα ισχυροποιηθεί σε βαθμό που κάθε νεοεισερχόμενος να θέλει πραγματικά να εργαστεί για τη συγκεκριμένη εταιρεία.

Προφανώς και η δημιουργία καλής εργασιακής φήμης δεν φτάνει από μόνη της να λύσει το πρόβλημα, αλλά θα πρέπει να συνοδεύεται και με μια σειρά από άλλα χαρακτηριστικά τα οποία θα έχουν απτά αποτέλεσμα σε όλους τους εμπλεκόμενους. Πιο συγκεκριμένα η επένδυση σε Training & Development (εκπαίδευση και ανάπτυξη) είναι κάτι που τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερες εταιρείες προσπαθούν να εντάξουν στο πρόγραμμά τους τους αρκεί τις συγκεκριμένες δραστηριότητες να τις αναλάβουν άτομα που να διαθέτουν τις απαιτούμενες γνώσεις ώστε να φέρουν εις πέρας την αποστολή τους.

Συνεχίζοντας την παραπάνω συλλογιστική αντίστοιχης βαρύτητας είναι οι εταιρείες να δημιουργήσουν ένα ποικίλο και συμπεριληπτικό περιβάλλον εργασίας που να μπορεί να προσφέρει ευελιξία στο εκάστοτε εργασιακό πρόγραμμα.

Πόσοι και πόσοι εργαζόμενοι δυσανασχετούν ακριβώς επειδή τους ανατίθενται έξτρα απαιτητικές εργασίες ενώ είναι ήδη αρκετά φορτωμένοι, την ίδια ώρα που άλλοι συνάδερφοί τους έχουν πέσει στα μαλακά. Οι εταιρείες οφείλουν να εστιάσουν στην ψυχική υγεία και ευημερία των εργαζομένων τους και αυτό μπορεί να γίνει μόνο με τη δημιουργία μικρών και ευέλικτων ομάδων που θα χαρακτηρίζονται από σύμπνοια και συνεκτικότητα και η νοοτροπία των μελών τους θα είναι συμβατή με την γενικότερη εργασιακή κουλτούρα που οφείλει κάθε εταιρεία να έχει. Σημαντικό ρόλο στο παραπάνω βέβαια, είναι να αντιληφθούν οι εταιρείες και τη βαρύτητα που έχουν οι Middle Managers, καθώς αυτοί αποτελούν το συνδετικό κρίκο μεταξύ της διοίκησης και του τελευταίου εργαζόμενου, υποστηρίζοντάς τους σε όλες τις εργασίες τους.

Τι θα γίνει τελικά;

Στο ερώτημα αυτό δεν μπορεί να δώσει κάποιος ξεκάθαρη απάντηση. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η υπερεργασία των τελευταίων δεκαετιών δεν γίνεται αποδεκτή από τους νέους εργαζόμενους οι οποίοι διεκδικούν διαφορετικές συνθήκες εργασίας από τους προκατόχους τους. Ήδη από την περίοδο της πανδημίας άρχισαν να εμφανίζονται νέες μορφές εργασίας όπως η υβριδική (hybrid) ή η πλήρως απομακρυσμένη (remote) ενώ σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες ξεκινάνε προγράμματα 4ήμερης εργασίας.

Είναι σαφές πως η ρευστότητα που επικρατεί στον εργασιακό τομέα θα επεκταθεί και σε τομείς που δεν έχει αγγίξει ακόμα αλλάζοντας άρδην το εργασιακό τοπίο. Εμείς από την πλευρά μας πιστεύουμε ότι η περιγραφόμενη εργασιακή κατάσταση μπορεί να παραλληλιστεί με το φαινόμενο των καλοκαιρινών διακοπών το μήνα Αύγουστο όπου στο άρθρο μας «Καλοκαιρινές…διακοπές» (www.papalits.com/blog) καταλήξαμε στο συμπέρασμα πως το αντίβαρο στις κρίσεις υπερπαραγωγής είναι μια διαφορετική εργασιακή κουλτούρα σε μια βάση αρχών και αξιών που νοιάζονται περισσότερο για τον εργαζόμενο.

Εσύ τι γνώμη έχεις;

Πηγή εικόνας: https://pixabay.com/el/users/mohamed_hassan-5229782/

Διαβάστε περισσότερα

Τα βασικά θύματα ενός πολέμου είναι πάντοτε τα ίδια: οι άμαχοι και η αλήθεια…

του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα,

Τις τελευταίες μέρες ολόκληρος ο κόσμος παρακολουθεί την αναταραχή που έχει ξεσπάσει στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και πάλι μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων. Ένα θέμα πολιτικά πολύπλοκο με την κάθε πλευρά να έχει εδώ και δεκαετίες τα επιχειρήματά της εναντίον της άλλης αλλά δυστυχώς οι όποιες απόπειρες έγιναν ώστε να δοθεί λύση σε διπλωματικό επίπεδο να έχουν πέσει στο κενό. Αποτέλεσμα είναι για μια ακόμη φορά να υπάρχει πολεμική σύρραξη και κανείς δεν ξέρει που θα καταλήξει όλο αυτό.

Αν εξετάσει κάποιος τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς, θα παρατηρήσει ότι σε κάποια θέματα και οι δύο έχουν δίκιο. Από τη μία οι Παλαιστίνιοι διεκδικούν εδώ και δεκαετίες την αναγνώρισής τους ως κράτος από την άλλη οι Ισραηλινοί προφανώς και έχουν το δικαίωμα στην αυτοάμυνα από τις επιθέσεις τρομοκρατικών οργανώσεων όπως η Χαμάς. Πρόκειται για πολύπαθους λαούς οι οποίοι σε βάθος δεκαετιών αποτέλεσαν γενιές που ήταν θύματα θυμάτων και πρόσφυγες κάποιων που ήταν κάποτε πρόσφυγες. Γι’ αυτό και είναι τόσο δύσκολο να δοθεί λύση στο εν λόγω θέμα.

Όποιοι βιάζονται λοιπόν να υποστηρίξουν τη μία ή την άλλη πλευρά θα πρέπει να είναι πάρα πολύ προσεκτικοί καθώς αναλόγως από το ποια σκοπιά βλέπει κανείς τα πράγματα οδηγείται και στις ανάλογες επιλογές. Αυτό συμβαίνει τόσο στην επιλογή στρατοπέδου από ολόκληρα κράτη και κυβερνήσεις όσο και από απλούς καθημερινούς πολίτες που διαδηλώνουν ανά τον κόσμο. Και ενώ η επιλογές των εκάστοτε κρατών κρύβουν από πίσω διαφορών ειδών συμφέροντα όπως οικονομικά, γεωπολιτικά κ.α. τι συμβαίνει στην πραγματικότητα σχετικά με τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης;

Ο κάθε πολίτης προφανώς και επιλέγει πλευρά (όπως κάνει σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του, από την υποστήριξη μιας συγκεκριμένης ποδοσφαιρικής ομάδας έως την υποστήριξη πολιτικών σχηματισμών) σύμφωνα με τις προσωπικές τους πεποιθήσεις. Υπάρχει όμως διαθέσιμη όλη η απαιτούμενη πληροφορία ώστε οι πολίτες να πάρουν ανεπηρέαστα τις αποφάσεις τους;

Ειδικά στην εποχή που ζούμε η απάντηση δυστυχώς είναι κατηγορηματικά όχι. Ενώ δηλαδή θα περίμενε κανείς στην εποχή της τεχνολογικής εξέλιξης και των social media η πληροφορία να φτάνει στον καθένα μας όχι μόνο ταχύτατα αλλά και πιο ορθολογικά, αντ΄ αυτού αυτό που συμβαίνει είναι το ακριβώς αντίθετο. Παρατηρούμε έναν καταιγισμό πληροφοριών οι οποίες επιφανειακά φαίνονται αφιλτράριστες, στην πραγματικότητα όμως είναι τόσο προσεκτικά επιλεγμένες ώστε να οδηγούν στη διαμόρφωση των επιθυμητών απόψεων παρουσιάζοντάς τες ως αυθεντικές.

Μα θα αναρωτηθεί κάποιος, δεν μπορεί όλα όσα ακούμε και διαβάζουμε να είναι ψεύτικα. Φυσικά και όχι. Το πρόβλημα που προσπαθεί αυτό άρθρο να φωτίσει είναι ότι δεν υπάρχει ένας αντικειμενικός τρόπος να ξεχωρίσουν τα πραγματικά γεγονότα από τα fake news. Αν παρακολουθήσει κανείς δελτία ειδήσεων για το θέμα του πολέμου που θίξαμε παραπάνω θα ακούσει ένα πλήθος πληροφοριών καθώς και προσωπικών απόψεων δημοσιογράφων και αναλυτών ώστε να δυσκολευτεί να σχηματίσει άποψη καθώς οι πληροφορίες αυτές δύναται να διαφοροποιούνται από τον έναν τηλεοπτικό σταθμό στον άλλο. Στη συνέχεια εάν περιπλανηθεί κάποιος στα social media μπορεί να διαβάσει απόψεις και σχόλια τόσο έγκριτων ανθρώπων και πανεπιστημιακών όσο και ανθρώπων με μεγάλη επιρροή (influencers ή/και fake accounts) τα οποία στις περισσότερες των περιπτώσεων αντί να βάλουν τα πράγματα σε μια σειρά μπερδεύουν περισσότερο τους αναγνώστες.

Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η προπαγανδιστική διαμόρφωση της κοινής γνώμης ώστε να αμβλυνθούν ή να οξυνθούν οι αντιδράσεις ανάλογα την έκβαση των γεγονότων. Για παράδειγμα όλοι κάνουν λόγο για το προπαγανδιστικό δίκτυο (με έτοιμο υλικό για να παρουσιαστεί τόσο σε δελτία ειδήσεων όσο και στα κοινωνικά δίκτυα) που έχει στήσει το κράτος του Ισραήλ αλλά κανένας απλός πολίτης δεν μπορεί να ξεχωρίσει εάν μια πληροφορία προέρχεται από το συγκεκριμένο lobby ή όχι, καθώς ο ίδιος πολίτης βομβαρδίζεται από ένα σορό άλλες πληροφορίες όντας ανήμπορος να επαληθεύσει το οτιδήποτε. Ειδικά σε μια εμπόλεμη κατάσταση από τη στιγμή που θα πέσει η πρώτη σφαίρα αυτά που μαθαίνουν οι πολίτες δεν είναι ποτέ η αλήθεια αλλά στην καλύτερη περίπτωση μια διαστρεβλωμένη εκδοχή της. Όλα τα παραπάνω επηρεάζουν τα πιστεύω όλων μας και λειτουργούν παρασκηνιακά χωρίς να το καταλαβαίνουμε ώστε να δημιουργηθεί η επικρατούσα άποψη που έχει προαποφασιστεί από τον πιο ισχυρό.

Η τεχνολογία και η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης χρησιμοποιούνται από τους διαχειριστές για την παραγωγή υπερπληροφόρισης η οποία με τη σειρά της οδηγεί και σε αύξηση της παραπληροφόρησης.

Εκτός όμως από τη γενική αλήθεια που πλήττεται βάναυσα ειδικά σε περιόδους πολέμων και κρίσης ένα άλλο θέμα που πρέπει να σταθούμε είναι οι μεγάλες απώλειες αμάχων ως αποτέλεσμα της αντιπαλότητας των δύο κρατών. Το ότι δηλαδή το Ισραήλ έχει το δικαίωμα στην αυτοάμυνα μετά τις επιθέσεις της Χαμάς δε σημαίνει ότι πρέπει να πραγματοποιήσει στρατιωτική επέμβαση άνευ προηγουμένου όπως δήλωσε και ο πρωθυπουργός του, να σκοτώνει αδιακρίτως άμαχο πληθυσμό που δεν φταίει σε τίποτα, ούτε ότι πρέπει να βομβαρδίζει π.χ. νοσοκομεία. (αν και για το τελευταίο έριξε την ευθύνη αλλού ανεβάζοντας βίντεο που τελικά αποδείχθηκε ότι δεν ήταν καν φετινό(!) και δυστυχώς κανείς δεν ξέρει τι ισχύει πραγματικά).

 Αντίστοιχα από την άλλη πλευρά η Χαμάς δεν έχει κανένα λόγο να χτυπάει αμάχους ή να αποκεφαλίζει μωρά όπως λέει το Ισραήλ χρησιμοποιώντας τη συνήθη προπαγανδιστική τακτική περί βρεφοκτονίας (αν και το τελευταίο κάποιοι το διαψεύδουν ενισχύοντας κι άλλο την παραπληροφόρηση!), καθώς με αυτό τον τρόπο βάζει λάδι στη φωτιά για χειρότερες εξελίξεις, δίνοντας πάτημα στο Ισραήλ. Κάπου εκεί μπαίνουν στο παιχνίδι και οι θρησκευτικές διαφορές των δύο κρατών, μπερδεύεται ακόμη χειρότερα η κατάσταση, σκοτώνονται ακόμη περισσότεροι άμαχοι και ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται.

Το χειρότερο όλων; Καμία από τις δύο πλευρές, ούτε το Ισραήλ ούτε η Χαμάς δε φαίνεται να ενδιαφέρονται για τις τεράστιες απώλειες αμάχων, αλλά κοιτάνε μόνο πως θα επικρατήσουν του εχθρού.

Συνεπώς μήπως τελικά δεν έχει και τόση μεγάλη σημασία εάν κάποιος θα τεθεί στη λεγόμενη «σωστή πλευρά της ιστορίας» όταν τα βασικά θύματα ενός πολέμου είναι πάντοτε τα ίδια: οι άμαχοι και η αλήθεια;

Κλείνοντας οφείλω να κάνω και ένα πολιτικό σχόλιο: Όσο και στις δύο πλευρές επικρατούν οι φανατικοί (βλ. Χαμάς από τη μία και κυβέρνηση Νετανιάχου από την άλλη), ο κύκλος βίας θα συνεχίζεται. Τα κράτη όμως ανήκουν στους λαούς τους και εκεί θα πρέπει να αναζητηθεί η όποια λύση στα πλαίσια δημιουργίας κοινωνικών κρατών. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι όταν βρέθηκαν στην εξουσία άτομα με αυτή τη συλλογιστική (βλ. Αραφάτ από την πλευρά της Παλαιστίνης και Ραμπίν ως εκπρόσωπος του εργατικού κόμματος στο Ισραήλ) επήλθε συμφωνία (Όσλο Ι & ΙΙ) άσχετα εάν δεν εφαρμόστηκε ποτέ καθώς ακροδεξιές οργανώσεις φρόντισαν να τους βγάλουν από τη μέση. Τέλος να τονίσουμε ότι σε τέτοιες καταστάσεις δεν κρίνεται μόνο τη τύχη των δύο κρατών αλλά και όλων των υπολοίπων για τη στάση που κρατάνε ή τις ενέργειες που κάνουν τόσο σε επίπεδο κρατών (ΗΠΑ, Ρωσία, Ευρώπη) όσο και σε επίπεδο κοινωνιών (διαδηλώσεις, διαμαρτυρίες κλπ).

Εσύ τι γνώμη έχεις;

Πηγή εικόνας: https://www.karfitsa.gr/diethni/to-israil-orkizetai-na-katastrepsei-ti-chamas-kai-synechizei-na-plittei-ti-gaza-video/

*Το άρθρο φιλοξενήθηκε και στην ιστοσελίδα www.lep.gr

Διαβάστε περισσότερα

Μήπως η ανθρωποκεντρική κουλτούρα έχει ως κέντρο το πρόσωπο και όχι τον άνθρωπο;

του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα,

Ως κουλτούρα νοείται ένα σύνολο αξιών που γίνονται κοινώς αποδεκτά από ένα σύνολο ανθρώπων και εφαρμόζονται στο ακέραιο από όλα τα μέλη του. Η λέξη αυτή χρησιμοποιείται πάρα πολύ τον τελευταίο καιρό, τόσο από εταιρείες που θέλουν να καταδείξουν το κλίμα που επικρατεί στο εσωτερικό τους, όσο και από αναλυτές που προσπαθούν να ερμηνεύσουν στάσεις και συμπεριφορές ολόκληρων κοινωνιών. (Αρκετές φορές μάλιστα χρησιμοποιείται και για λόγους marketing αλλά αυτό θα το σχολιάσουμε σε κάποιο επόμενο άρθρο!)

Κάθε κουλτούρα όμως έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά τα οποία την κάνουν να ξεχωρίζει από όλες τις υπόλοιπες. Η κουλτούρα λοιπόν ενός συνόλου ανθρώπων μπορεί να είναι ιεραρχική, ανταγωνιστική, υποστηρικτική κλπ. Τα τελευταία χρόνια όμως όλο και περισσότεροι οργανισμοί παρουσιάζουν ότι διέπονται από μια κουλτούρα ανθρωποκεντρική. Ετυμολογικά και μόνο η λέξη παραπέμπει σε αρχές και αξίες που έχουν ως βάση (κέντρο) τον άνθρωπο και όλες οι διεργασίες αρχίζουν και τελειώνουν σ’ αυτόν.

Σαν έννοια λοιπόν η ανθρωποκεντρική κουλτούρα μπορεί να χαρακτηριστεί πάρα πολύ θετικά καθώς ο άνθρωπος είναι αυτός που προσπαθεί να δημιουργήσει και να αναπτυχθεί και επομένως είναι αυτός που θα πρέπει να καρπώνεται τα οφέλη της προσπάθειας αυτής. Τι συμβαίνει όμως στην πραγματικότητα; Είναι όντως έτσι τα πράγματα;

Ας εξετάσουμε ένα παράδειγμα.

Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι έχουμε μια εταιρεία που εκτελεί 3-4 διαφορετικές δραστηριότητες. Επειδή όπως είναι φυσικό δεν μπορούν όλοι να κάνουν τα πάντα και καθώς ζούμε στην εποχή της εξειδίκευσης, θεωρούμε πως ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης χωρίζει τους εμπλεκόμενους σε επιμέρους ομάδες σύμφωνα με την εξειδίκευση του καθενός. Για κάθε ομάδα ορίζει ένα συντονιστή και όλα φαίνονται να βαίνουν καλώς! Ίσως και όχι…

Η εταιρεία είναι μία και περιέχει 4 επιμέρους ομάδες. Συνεπώς η κουλτούρα της εταιρείας που είναι και αυτή μία και συγκεκριμένη θα πρέπει να περάσει σε κάθε ομάδα ξεχωριστά. Προφανώς και υπεύθυνος να το κάνει αυτό, να μεταδώσει δηλαδή την κουλτούρα της εταιρείας, είναι ο συντονιστής κάθε ομάδας ο οποίος αποτελεί και το συνδετικό κρίκο μεταξύ των δύο μερών. Εδώ λοιπόν αρχίζουν τα προβλήματα καθώς ο κάθε συντονιστής μεταφέρει την εταιρική κουλτούρα στα μέλη της ομάδας που μανατζάρει σύμφωνα με τις δικές του αρχές και αξίες. Αυτό ενέχει τον κίνδυνο να μεταφερθούν αλλοιωμένα τα συστατικά της εταιρικής κουλτούρας και τα μέλη της συγκεκριμένης ομάδας να ενεργούν παρεκκλίνοντας από τις υπόλοιπες.

Τι έχει συμβεί δηλαδή στο παραπάνω παράδειγμα; Ο τρόπος δράσης ενός συγκεκριμένου προσώπου (συντονιστής) μεταβάλει την εταιρική κουλτούρα σύμφωνα με την οποία και ο ίδιος οφείλει να ενεργεί με αποτέλεσμα να δημιουργούνται συχνά ανικανοποίητοι εργαζόμενοι οι οποίοι πιθανώς να επιδιώκουν να αλλάξουν ομάδα και να δουλέψουν με έναν άλλο συντονιστή που θα ενεργεί πιο σωστά σύμφωνα με την εταιρική κουλτούρα ακόμη και αν είναι λιγότερο αποδοτικοί στο νέο τους πόστο.

Το παραπάνω πρόβλημα όμως δεν έχει να κάνει μόνο με τη μειωμένη απόδοση των εργαζομένων. Είναι από την αρχή μέχρι το τέλος στημένο λάθος. Και το λάθος προκύπτει εξαιτίας της σύγχυσης μεταξύ των λέξεων ανθρωποκεντρικός και προσωποκεντρικός. Άλλο άνθρωπος και άλλο πρόσωπο. Μα θα πει κάποιος τις εταιρείες τις φτιάχνουν συγκεκριμένα πρόσωπα και την εταιρική κουλτούρα τη διαμορφώνουν οι ιδιοκτήτες της επιχείρησης που και αυτοί είναι συγκεκριμένα πρόσωπα. Σωστά, αλλά από τη στιγμή που θα δημιουργηθεί μια ανθρωποκεντρική κουλτούρα με αρχές και αξίες βασισμένες στον άνθρωπο, αυτές θα πρέπει να εξακολουθούν να έχουν ως βάση τον άνθρωπο ακόμη και αν αλλάξει το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που καλούνται να την εφαρμόζουν.

Η κουλτούρα είναι μια ευρύτερη έννοια και δε μπορεί να καθρεφτίζεται σε συγκεκριμένα πρόσωπα ακόμη και αν έχει αυτά ως επίκεντρο.

Μήπως κάτι αντίστοιχο όμως γίνεται και στην ίδια την κοινωνία γενικότερα με τις πολιτικές επιλογές που κάνουν οι πολίτες;

Αν δηλαδή στη θέση της εταιρείας βάλουμε τους πολίτες ενός κράτους και στη θέση των ομάδων βάλουμε τους διάφορους πολιτικούς σχηματισμούς που ευαγγελίζονται ότι ενεργούν έχοντας ως βάση τον άνθρωπο, τι παρατηρούμε; Ότι παρόλο που ως κράτος επιδιώκουμε τη συνεχή ανάπτυξη, πρόοδο και βελτίωση της ποιότητας ζωής, οι πολίτες επιλέγουν τους πολιτικούς σχηματισμούς που θα στηρίξουν σύμφωνα με τα πρόσωπα που ηγούνται σε αυτούς και όχι με βάση τις αρχές της κουλτούρας που πρεσβεύουν. Και ακριβώς επειδή κάθε πρόσωπο εφαρμόζει τις αρχές αυτές με το δικό του τρόπο, όταν αυτό το πρόσωπο αντικατασταθεί από ένα άλλο που θα εφαρμόζει τις ίδιες αρχές με παραλλαγμένο τρόπο, συνήθως έχουμε μετακινήσεις των πολιτών μεταξύ των πολιτικών σχηματισμών ώστε ψάχνοντας να βρεθούν στο χώρο που νιώθουν πιο οικεία.

Τόσο λοιπόν σε εθνικό, όσο και σε τοπικό επίπεδο, οι πολίτες δίνουν τη στήριξή τους στον ένα ή στον άλλο πολιτικό σχηματισμό αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πρόσωπα και όχι με βάση το σύνολο των αρχών  που πρεσβεύει ο αντίστοιχος σχηματισμός. Υπάρχει δηλαδή μια ευρύτερη νοοτροπία ταύτισης της εκάστοτε πολιτικής κουλτούρας με τα αντίστοιχα πρόσωπα που έχουν κάθε φορά τις θέσεις ευθύνης, ακριβώς γιατί αυτό αντιμετωπίζουν καθημερινά οι πολίτες και στο πεδίο της εργασίας τους.

Θα μπορούσε λοιπόν μια τροποποίηση στον εργασιακό χώρο να οδηγήσει τους πολίτες σε διαφορετικές και πιο ορθολογικές πολιτικές και κοινωνικές επιλογές που θα έχουν πραγματικά ως βάση τον άνθρωπο και όχι το πρόσωπο;

Εσύ τι γνώμη έχεις;

Πηγή εικόνας: https://pixabay.com/el/users/fotografielink-6316043/

 

Διαβάστε περισσότερα

Δεν φοβάμαι εγώ…έχω Άδεια!

του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα,

Άδεια δόμησης, άδεια λειτουργίας, άδεια κυκλοφορίας, άδεια διακοπών και πόσα ακόμα είδη αδειών μπορεί να συναντήσει κάποιος τόσο σε προσωπικό όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο. Γιατί υπάρχουν όμως όλα αυτά τα είδη αδειών και τι προσφέρουν τελικά;

Ας ξεκινήσουμε πρώτα από την ετοιμολογία της λέξης άδεια. Η λέξη άδεια λοιπόν όσο και αν φαίνεται περίεργο είναι σύνθετη λέξη! Προκύπτει από το στερητικό «α» και την λέξη «δέος». Συνεπώς αυτός που έχει άδεια είναι αυτός που δε φοβάται!

Άμεσα όμως γεννιέται το επόμενο ερώτημα: Τι, ποιόν και γιατί να φοβάται;

Πρώτη και πιο απλή απάντηση είναι ότι δεν χρειάζεται να φοβάται τους νόμους κάποιος που έχει στην κατοχή του μια άδεια η οποία εκδόθηκε από την αντίστοιχη αρμόδια υπηρεσία και θεωρείται ότι πληροί όλες τις απαιτήσεις που θέτει η εκάστοτε νομοθεσία.

Οι νόμοι κάθε κράτους όμως ψηφίζονται ώστε να εφαρμοστούν στην πράξη οι κατά περίπτωση κανονισμοί ή οδηγίες που απαιτούνται τόσο για τη μελέτη και τον προγραμματισμό όσο και για την υλοποίηση οτιδήποτε μπορεί να χαρακτηριστεί ως project. Με μια δεύτερη ανάγνωση λοιπόν η ύπαρξη άδειας συνεπάγεται την εναρμόνιση του κατόχου της με τις εκάστοτε ισχύουσες κανονιστικές διατάξεις οι οποίες ως κύριο μέλημα έχουν την ασφάλεια και ως δευτερεύον την βελτιστοποίηση κόστους και πόρων.

Επομένως σύμφωνα με τα παραπάνω ο κάτοχος κάποιας άδειας δεν έχει κάτι να φοβάται σε ενδεχόμενο έλεγχο των αρμοδίων καθώς βάσει της άδειάς του καλύπτει όλες τις απαιτήσεις τόσο της νομοθεσίας όσο και των κανονισμών.

Όλα καλά μέχρι εδώ.

Τα προβλήματα ξεκινούν όμως σε δύο άλλα κρίσιμα σημεία που αφορούν την ίδια τη διαδικασία έκδοσης των απαιτούμενων αδειών. Το πρώτο είναι ποιος έχει, ή μάλλον, ποιος πρέπει να έχει την αρμοδιότητα να εκδώσει μια άδεια και το δεύτερο ποιος είναι σε θέση να ελέγξει την ορθότητα της άδειας αυτής.

Θα μπορούσε λοιπόν να πει κάποιος και πάλι απλοϊκά σκεπτόμενος ότι αρμόδιος να εκδώσει ή/και να ελέγξει μια άδεια είναι αυτός που έχει βάσει νόμου τον αντίστοιχο επαγγελματικό δικαίωμα. Το θέμα είναι όμως ότι η κατοχή ενός επαγγελματικού δικαιώματος δεν συνεπάγεται και κατοχή των απαιτούμενων γνώσεων ώστε να ολοκληρωθεί σωστά η διαδικασία έκδοσης και ελέγχου. Το ότι έχει δηλαδή κάποιος ένα πτυχίο ή μια μεταπτυχιακή εξειδίκευση σε έναν τομέα δεν αποδεικνύει από μόνο του την ικανότητα του κατόχου. Εάν αυτές οι ικανότητες δεν δοκιμαστούν στην πράξη ώστε να αποδειχθεί η αποτελεσματικότητά τους, απλά παραμένουν λέξεις γραμμένες σε ένα χαρτί.

Μα θα πει κάποιος εγώ έδωσα εξετάσεις, πέρασα τα μαθήματα, εκπόνησα διπλωματική εργασία, πήρα το πτυχίο μου, έκανα μεταπτυχιακό κλπ.  Πόσοι και πόσοι όμως πτυχιούχοι με ένα σορό εξειδικεύσεις και πιστοποιήσεις δεν ήξεραν από να αρχίσουν μόλις τους ανατέθηκε το πρώτο τους project;

Με τον καιρό όμως, αφού ολοκληρώθηκε το πρώτο τους project, ήρθε το δεύτερο, το τρίτο και άρχισε να αποκτάται μια ροή και μια εμπειρία για το πως εφαρμόζονται οι γνώσεις και οι ικανότητες στην πράξη. Πιο σημαντικό δηλαδή από το να γίνει κάποιος επιστήμονας είναι να μπορεί να μετατρέπει τις αποκτώμενες γνώσεις του σε εφαρμοσμένη επιστήμη ώστε να προσφέρει τόσο στον εαυτό του όσο και στην κοινωνία.

Επανερχόμενοι λοιπόν στο κομμάτι των αδειών παρατηρούμε ότι το κομμάτι του ελέγχου των απαιτούμενων δικαιολογητικών (μελέτες, πιστοποιητικά, εγκρίσεις κλπ) από τις αρμόδιες υπηρεσίες συνεχώς φθίνει και τείνει να παραληφθεί εντελώς σε κάποιες περιπτώσεις μεταθέτοντας την αρμοδιότητα αυτή σε ιδιώτες χωρίς προηγουμένως να έχει πιστοποιηθεί η επάρκειά τους να εκτελέσουν την διαδικασία αυτή. Η δυνατότητα λοιπόν έκδοσης διοικητικών πράξεων (κάθε άδεια είναι διοικητική πράξη και οφείλει να φέρει σφραγίδα του ελληνικού κράτους) από ιδιώτες μέσω αυτοματοποιημένων ηλεκτρονικών συστημάτων αντί να οδηγήσει σε απλοποίηση των διαδικασιών υπάρχει κίνδυνος να οδηγήσει σε παρεκκλίσεις τόσο της νομοθεσίας όσο και των κανονισμών είτε εσκεμμένα είτε λόγω άγνοιας.

Παρεκκλίσεις βέβαια από τη νομοθεσία και τους κανονισμούς (είτε εσκεμμένα είτε από άγνοια) μπορεί κάλλιστα να γίνουν και από τους υπαλλήλους των αρμόδιων υπηρεσιών γι΄ αυτό και θα πρέπει η πολυσυζητημένη αξιολόγηση να γίνεται σε όρους εφαρμογής στην πράξη των νόμων και των κανονισμών και όχι ως απλό τσεκάρισμα γενικών επιστημονικών γνώσεων που δεν έχουν καμία πρακτική εφαρμογή. Διότι αξιολόγηση γνώσεων και ικανοτήτων δε μπορεί να γίνει μόνο με ένα γραπτό διαγώνισμα στο οποίο θα μπει μια βαθμολογία που θα κατηγοριοποιήσει τους συμμετέχοντες σε άριστους, επαρκείς και μη επαρκείς.

Συνεπώς μήπως ο τελικός αποδέκτης μιας ά-δειας θα πρέπει να φοβάται λιγάκι; Σαφώς και όχι γιατί τότε η λέξη άδεια θα έχανε το νόημά της, αλλά λόγω των συνεχών αλλαγών και μετάθεσης αρμοδιοτήτων οφείλουμε όλοι μας να είμαστε περισσότερο υποψιασμένοι σχετικά με κάθε άδεια που καταφέρνουμε και λιγότερο ή περισσότερο κόπο να πάρουμε στα χέρια μας.

Εσύ τι γνώμη έχεις;

Πηγή εικόνας: https://pixabay.com/el/users/geralt-9301/

Διαβάστε περισσότερα

Όταν το υποκείμενο γίνεται αντικείμενο

του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα,

Μία από τις κλασικότερες ασκήσεις που καλούνται τα παιδιά να αντιμετωπίσουν από τα πρώτα χρόνια της σχολικής τους ζωής είναι να μπορούν να αναγνωρίζουν το «υποκείμενο» και το «αντικείμενο» μέσα σε μια πρόταση. Πιο συγκεκριμένα για να υπάρχει «υποκείμενο» και «αντικείμενο» θα πρέπει να υπάρχει μια ενέργεια, ένα ρήμα δηλαδή που να δείχνει ότι κάποιος κάνει κάτι. «Υποκείμενο» δηλαδή είναι η λέξη που δείχνει ποιος κάνει την ενέργεια και «αντικείμενο» είναι η λέξη που δείχνει που πηγαίνει η ενέργεια αυτή.

Τι συμβαίνει λοιπόν όταν οι ρόλοι αντιστρέφονται;

Ας εξετάσουμε το παράδειγμα της ίδιας της εκπαίδευσης.

Όπως σε όλους τους τομείς που συνθέτουν μια κοινωνία έτσι και στον τομέα της εκπαίδευσης υπάρχουν διασταυρούμενες απόψεις σχετικά με το εάν οι διαδικασίες που υιοθετούνται ικανοποιούν το σκοπό ύπαρξης.

Για να απαντηθεί το παραπάνω ερώτημα θα πρέπει πρώτα να οριστεί ο σκοπός ύπαρξης της εκπαίδευσης. Φυσικά και έχουν δοθεί πολλοί ορισμοί αλλά θα μπορούσαμε να πούμε με απλά λόγια ότι εκπαίδευση είναι μια διαδικασία που σου παρέχει γνώσεις τις οποίες δεν κατείχες προγενέστερα και εν συνεχεία σε αφήνει ελεύθερο να τις εφαρμόσεις μέσα στα πλαίσια μιας οργανωμένης κοινωνίας. Η εκπαίδευση λοιπόν με απλά λόγια στοχεύει στη δημιουργία μορφωμένων ανθρώπων.

Και όπως πολύ σωστά είχε πει και ο Αϊνστάιν μόρφωση είναι ό,τι απομένει όταν κάποιος ξεχάσει αυτά που έμαθε στο σχολείο. Δυστυχώς όμως οι διαδικασίες που ακολουθούνται ακόμη και σήμερα στα σχολεία είναι η στείρα παροχή έτοιμων πληροφοριών. Και το πράγμα γίνεται ακόμη χειρότερο αν σκεφτεί κανείς ότι έχει επικρατήσει η άποψη πως η σχολική αυθεντία παρέχει όλες τις απαιτούμενες γνώσεις στους μαθητές ώστε οι τελευταίοι να επιβιώσουν κοινωνικά και οτιδήποτε παρεκκλίνει από την παραπάνω συλλογιστική θεωρείται αποτυχία για την οποία ευθύνεται αποκλειστικά και μόνο ο μαθητής που δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί τις απαιτήσεις. Το όποιο πρόβλημα λοιπόν των εκπαιδευτικών μεθόδων που εφαρμόζονται μετακυλίεται από την εκπαιδευτική διαδικασία στο άτομο και η σχολική αποτυχία εκλαμβάνεται από το μαθητή ως ατομική αποτυχία. Αντίθετα επιτυχία θεωρείται η αριστεία με την έννοια της πρωτιάς μέσω του ακραίου ανταγωνιστικού χαρακτήρα της εκπαίδευσης.

Έτσι λοιπόν οι μαθητές μετατρέπονται από υποκείμενα της διαδικασίας μάθησης σε αντικείμενα που απλά ενσωματώνουν μασημένες γνώσεις οι οποίες θα έχουν ανταλλακτική αξία στη σύγχρονη κοινωνία που ζούμε. Με τον τρόπο αυτό φυσικά διαιωνίζονται μακροχρόνια κοινωνικά προβλήματα που κανείς δεν ενδιαφέρεται να επιλύσει και κυρίως αναπαράγονται οι ήδη υπάρχουσες κοινωνικές ανισότητες καθώς οι μαθητές διαπλάθονται ώστε να καταλάβουν τις κατάλληλες θέσεις που θα διατηρήσουν το ισχύον κοινωνικό μοντέλο.

Εξάλλου αυτή φαίνεται ότι είναι και η στόχευση όσων λαμβάνουν τις απαιτούμενες αποφάσεις καθώς ελάχιστοί είναι αυτοί που χρησιμοποιούν τη φράση εκπαιδευτική διαδικασία αλλά οι περισσότεροι αναφέρονται στον όρο εκπαιδευτικό σύστημα. Το γεγονός αυτό από μόνο του υποδεικνύει ότι αντιμετωπίζουν την εκπαίδευση ως μέρος ενός ευρύτερου κοινωνικού συστήματος που εφαρμόζεται εδώ και αρκετές δεκαετίες.

Γι’ αυτό και στο σχολείο δε διδάσκονται (παρόλο που συζητιούνται όλο και πιο έντονα) μαθήματα σχετικά με την απόκτηση οικονομικής παιδείας, σχετικά με το πως θα γίνουμε σωστοί γονείς, πως θα κατοικούμε αποδοτικά στις κατοικίες μας κ.α. τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση προβλημάτων όπως η οικονομική κρίση, η ενδοοικογενειακή βία, η κλιματική αλλαγή κλπ.

Η φύση όμως μιας εκπαιδευτικής διαδικασίας (και όχι εκπαιδευτικού συστήματος) δεν είναι η αποδοχή του κοινώς αποδεκτού αλλά ο συνδυασμός των αποκτώμενων γνώσεων ώστε να προκύψει κάτι νέο. Οι μεγάλες ανακαλύψεις που άλλαξαν την κοινωνία ήρθαν όταν κάποιος τόλμησε να εφαρμόσει τις γνώσεις που είχε με διαφορετικό τρόπο από τον προβλεπόμενο. Πολλές φορές ακούμε τη φράση «άστο μην το παιδεύεις, κάνε το όπως οι προηγούμενοι, έτσι γίνεται» και οι περισσότεροι απαντάνε «α αφού έτσι γίνεται οκ». Σπάνια ακούς κάποιον να αναρωτιέται «ρε παιδιά γιατί γίνεται έτσι; Γιατί δεν δοκιμάζουμε να το κάνουμε κάπως αλλιώς;».  Λέγεται ότι ο Τόμας Έντισον πριν καταφέρει να βρει τον τρόπου που ανάβει η λάμπα είχε αποτύχει 1000 φορές. Και όταν τον ρώτησαν πως και δεν τα παράτησε τους είπε ότι βρήκε 1000 τρόπους με τους οποίους δεν ανάβει μια λάμπα!

Το παραπάνω παράδειγμα δείχνει ότι υπάρχει και ένας άλλος τρόπος σκέψης πιο δημιουργικός, όπου κυριαρχεί η αγάπη για μάθηση. Δυστυχώς όμως αυτού του είδους ο τρόπος σκέψης δεν καλλιεργείται στο σημερινό σχολείο. Κάθε φορά που οι μαθητές παίρνουν τους βαθμούς τους όλοι τους εύχονται καλή πρόοδο. Η πρόοδος όμως προκύπτει μόνο μέσα από την ενεργητική δραστηριότητα, την αμφισβήτηση των αυθεντιών και την έκθεση ερωτημάτων σε ένα πιο δημοκρατικό και συμμετοχικό εκπαιδευτικό μοντέλο.

Η πρόοδος επιτυγχάνεται όταν το εκπαιδευτικό μοντέλο έχει ως επίκεντρο αποκλειστικά και μόνο τον εκπαιδευόμενο, μόνο δηλαδή όταν οι μαθητές από αντικείμενα ξαναγίνουν υποκείμενα τις διαδικασίας μάθησης.

Εσύ τι γνώμη έχεις;

Πηγή εικόνας: https://pixabay.com/el/users/klimkin-1298145/

*Το άρθρο αναδημοσιεύθηκε στις ιστοσελίδες 

revaluation.gr 

flowmagazine.gr

Διαβάστε περισσότερα

Φυσικά φαινόμενα, καταστροφές, θεομηνίες…

του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα,

Πολλές εκφράσεις ακούγονται και γράφονται τις τελευταίες μέρες για να περιγράψουν τις τραγικές καταστάσεις που βιώνουν οι κάτοικοι του Θεσσαλικού κάμπου μετά το πέρασμα της κακοκαιρίας Daniel. Αντίστοιχες εκφράσεις γράφονταν και ακούγονταν λίγο καιρό πριν για τις μεγάλες πυρκαγιές στον Έβρο και το ίδιο συνέβαινε βέβαια και τα προηγούμενα χρόνια σε αντίστοιχα γεγονότα (πυρκαγιές, χιονοπτώσεις, πλημμύρες κλπ).

Οι επικρατέστερες φράσεις σε τέτοιες καταστάσεις είναι «φυσική καταστροφή» ή «θεομηνία». Απαιτείται όμως ιδιαίτερη προσοχή στη χρήση των εκφράσεων αυτών καθώς πολλές φορές οδηγούν στη δημιουργία εντυπώσεων οι οποίες μπορούν να επηρεάσουν την αντιμετώπιση των επιπτώσεων κάθε ακραίας κατάστασης.

Και εξηγούμαι…

Όταν συμβαίνει μια έντονη βροχόπτωση (ή χιονόπτωση κλπ), το γεγονός αυτό από μόνο του αποτελεί ένα φυσικό φαινόμενο. Είτε η ένταση της βροχής είναι μεγάλη, είτε μικρή το γεγονός ότι βρέχει είναι ένα φυσικό φαινόμενο το οποίο μπορεί να εξηγηθεί επιστημονικά γιατί συμβαίνει. Ελάχιστοι όμως χαρακτήρισαν την κακοκαιρία Daniel ως φυσικό φαινόμενο. Αντίθετα σχεδόν όλοι αναφέρθηκαν σε φυσική καταστροφή. Όλοι φυσικά μπορούν να έχουν την άποψή τους αλλά ζούμε σε μια οργανωμένη κοινωνία με κανόνες κοινά αποδεκτούς. Συνεπώς στο σημείο αυτό προκύπτει ένα ερώτημα. Πως ένα φυσικό φαινόμενο μετατρέπεται σε φυσική καταστροφή;

Για να μπορέσουμε να μιλήσουμε για καταστροφή προφανώς θα πρέπει κάτι να καταστραφεί. Εάν συνεπώς το φυσικό φαινόμενο συμβεί σε μια περιοχή του πλανήτη που δεν κατοικείται τότε δεν υπάρχει κάτι που μπορεί να καταστραφεί. Υπάρχει βέβαια περίπτωση εάν το φυσικό αυτό φαινόμενο είναι ακραίας έντασης να αλλάξει η γεωμορφολογία του εδάφους και αυτή η αλλαγή να επηρεάσει με τη σειρά της έμμεσα τις κατοικημένες περιοχές του πλανήτη. Αλλά αυτό είναι ένα αντικείμενο μελέτης για τους επιστήμονες και δεν αφορά άμεσα τη ζωή εντός οργανωμένων κοινωνιών. Υπάρχει όμως περίπτωση το φυσικό φαινόμενο να συμβεί σε κατοικημένες περιοχές και τότε ξεκινάει η καταγραφή των επιπτώσεων στη ζωή των ανθρώπων.

Για το γεγονός όμως ότι μπορεί να καταστραφούν υποδομές όπως δρόμοι, φράγματα, γέφυρες, κτίρια κλπ δεν ευθύνεται η βροχή. Ο τρόπος κατασκευής των έργων, η επιλογή των σημείων χωροθέτησης των πόλεων και των οικισμών, η χάραξη των δρόμων, οι διαδρομές των δικτύων, τα μεγέθη των γεφυρών και των φραγμάτων είναι μόνο κάποιοι από τους παράγοντες οι οποίοι καθορίζουν το μέγεθος των επιπτώσεων ενός φυσικού φαινομένου σε μια κατοικημένη περιοχή. Τι θα συνέβαινε λοιπόν εάν οι υποδομές στο Θεσσαλικό κάμπο ήταν διαφορετικά χωροθετημένες; Εάν τα φράγματα και οι γέφυρες είχαν διαφορετικό μέγεθος, εάν οι δρόμοι διέρχονταν από άλλες διευθύνσεις, οι επιπτώσεις του Daniel θα ήταν μικρότερες; Ίσως.

Την απάντηση στο ερώτημα μπορούν να δώσουν μόνο αρμόδιες ειδικότητες επιστημόνων οι οποίοι είναι σε θέση να εκτελέσουν πολυκριτιριακές αναλύσεις λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες οικονομικούς, πολιτικούς, κοινωνικούς κλπ. και να εκπονήσουν συγκριτικές μελέτες εναλλακτικών σεναρίων.

Θα μου πείτε μα αυτό δε γίνεται όταν πρόκειται να κατασκευαστεί ένα έργο; Η απάντηση είναι ότι αυτό θα έπρεπε να γίνεται (και όντως σε αρκετές περιπτώσεις εκπονούνται τέτοιες μελέτες), αλλά η τελική απόφαση πάντα είναι πολιτική. Δυστυχώς λοιπόν οι λεγόμενοι πολιτικοί προϊστάμενοι όλων των επιστημονικών επιτροπών είναι αυτοί που θα αποφασίσουν εάν θα προωθήσουν τη μία επιστημονική πρόταση ή την άλλη ή αν θα τις αφήσουν όλες μέσα σε ένα συρτάρι και θα προχωρήσουν σε άλλες διαδικασίες.

Επιπλέον ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας (εκτός από αυτούς που αναφέρθηκαν) είναι η χρονική στιγμή που επιλέγεται να κατασκευαστεί ένα έργο. Έτσι λοιπόν, όταν οι πολιτικοί αρμόδιοι αποφασίσουν να βγάλουν από το συρτάρι της μελέτες για να προχωρήσουν τα αντίστοιχα έργα, υπάρχει πιθανότητα οι μελέτες αυτές να μην ανταποκρίνονται πλέον στη νέα πραγματικότητα. Ποιος όμως, όσο καλή διάθεση και να έχει, ζητάει την επικαιροποίησή τους; Και από ποιόν θα γίνει αυτή η επικαιροποίηση, καθώς η επιτροπή που συνέταξε τις αρχικές μελέτες μπορεί να μην είναι δυνατόν να συγκλιθεί ξανά.

Στην εποχή που ζούμε υπάρχει ένα αρνητικό και ένα θετικό στοιχείο σχετικά με την εκπόνηση επιστημονικών μελετών. Το αρνητικό είναι ότι τα δεδομένα αλλάζουν με πολλή μεγάλη ταχύτητα ενώ το θετικό είναι ότι πλέον έχουμε εργαλεία για να συλλέγουμε και να επεξεργαζόμαστε τα δεδομένα αυτά με ανάλογη ταχύτητα. Επιπλέον η διαχείριση των λεγόμενων big data έχει αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο εκπονούνται οι επιστημονικές μελέτες και θα μπορούσε να δώσει άλλη διάσταση στον προγραμματισμό εκτέλεσης των έργων. Δυστυχώς όμως το αποτέλεσμα είναι το ίδιο καθώς η τελική απόφαση θα είναι πάντα πολιτική.

Επίσης είναι σαφές ότι τέτοιου είδους φυσικά φαινόμενα δεν μπορείς να τα «μανατζάρεις» εν εξελίξει. Για να τα αντιμετωπίσεις θα πρέπει να έχεις λάβει τα μέτρα σου. Είναι κάτι σαν την ασφάλεια. Την πληρώνεις και εύχεσαι να μην τη χρειαστείς ποτέ. Αλλά αν τη χρειαστείς θα είναι εκεί για να σε βοηθήσει. Επιπρόσθετα αξίζει να σημειωθεί ότι ένα κομμάτι της πρόληψης είναι και η ενημέρωση των πολιτών σχετικά με το τι θα πρέπει να κάνουν σε ακραίες καιρικές περιπτώσεις καθώς και ο συντονισμός όλων των δυνάμεων που κρατάνε μια κοινωνία συνεκτική. Εξάλλου η σωστή διαχείριση των καταστάσεων κρίνεται από τις ενέργειες που έκανες πριν και μετά το φαινόμενο.

Συνεπώς δεν καταστρέφει η βροχή τις υποδομές, οι πολιτικές αποφάσεις τις καταστρέφουν. Άρα δεν υπάρχουν φυσικές καταστροφές μόνο φυσικά φαινόμενα. Οι καταστροφές είναι πάντα πολιτικές.

Κλείνοντας αξίζει να σημειώσουμε και κάτι ακόμη σημαντικό. Τις μεγαλύτερες επιπτώσεις των ακραίων φυσικών φαινομένων τις υφίστανται οι άνθρωποι των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων (για τους οποίους το κράτος συνήθως νοιάζεται λιγότερο) καθώς η χαμηλή οικονομική τους δυναμική δεν τους επιτρέπει να προβούν στις καλύτερες επιλογές για να προστατέψουν την περιουσία τους (κατασκευή σπιτιών και εγκαταστάσεων με ευτελή υλικά, απουσία ή κατασκευή ιδιωτικών δικτύων με εμπειρικό και πρόχειρο τρόπο κλπ). Με βάση τα παραπάνω λοιπόν και ο όρος «θεομηνία» δεν είναι σωστό να χρησιμοποιείται γιατί προφανώς δεν φταίει ο θεός που έβρεξε πολύ, ούτε ο θεός νοιάζεται λιγότερο για τους οικονομικά πιο αδύναμους. Κάποιοι άλλοι δεν νοιάζονται όσο πρέπει και τους έχουν αφήσει απροστάτευτους.

Εσύ τι γνώμη έχεις;

Πηγή εικόνας: https://pixabay.com/el/users/12019-12019/

Διαβάστε περισσότερα

Μήπως τελικά δε χρειαζόμαστε τόσους πολλούς managers;

του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα,

Τις τελευταίες μέρες έχει ανοίξει πολύ έντονα και πάλι η κουβέντα για τη σωστή πρόληψη και την ετοιμότητα του κρατικού μηχανισμού ώστε να αντιμετωπιστούν «ακραίες» καταστάσεις όπως οι πυρκαγιές, οι πλημμύρες, οι χιονοπτώσεις κλπ. Αφορμή βέβαια έχουν σταθεί η μεγάλης έκτασης καταστροφές όχι μόνο τη φετινή χρονιά αλλά και τις δύο προηγούμενες.

Οι πολίτες επιρρίπτουν ευθύνες τους κυβερνόντες, η κυβέρνηση και οι αρμόδιοι υπουργοί «κατηγορούν» την κλιματική κρίση και βέβαια πάντα υπάρχουν και οι υπέρμαχοι των θεωριών συνωμοσίας.

Για το τελευταίο ίσως αναφερθούμε σε κάποιο επόμενο άρθρο αν και χωρίς αποδείξεις αλλά μόνο με ενδείξεις δεν μπορεί να βγει κάποιο ασφαλές συμπέρασμα.

Σχετικά τώρα με την κλιματική κρίση, η κουβέντα έχει περάσει από πολλά στάδια. Θυμίζουμε ότι ο όρος κλιματική κρίση αναφέρεται τώρα τελευταία όλο και συχνότερα και ήρθε να αντικαταστήσει τον όρο κλιματική αλλαγή. Πριν από αυτούς τους όρους βέβαια η αρχική φράση ήταν υπερθέρμανση του πλανήτη αλλά επειδή ως φράση είχε αρνητική χροιά, γρήγορα μετατράπηκε από τους πολιτικούς σε κλιματική αλλαγή (πιο ήπια έκφραση και στην λέξη αλλαγή μπορεί κάποιος να δώσει αρνητική αλλά και θετική έννοια). Τέλος και πάλι οι πολιτικοί αντικατέστησαν τη λέξη αλλαγή με τη λέξη κρίση ώστε να δείξουν τη σφοδρότητα των φαινομένων και να καλύψουν πιθανές δικές τους οργανωτικές αδυναμίες.

Επιπλέον, εκτός από τις παραπάνω φράσεις, χρησιμοποιούν βαρύγδουπη ορολογία (όπως μέγα-φωτιά, μέγα-βροχή κλπ) οι οποίες όχι μόνο αποποίηση ευθυνών δεν προσφέρουν αλλά είναι απόδειξη προβληματικής οργάνωσης (η φωτιά προφανώς στην αρχή ήταν μικρή και μετά έγινε μεγάλη αλλά κανένας δε φρόντισε να τη σβήσει εγκαίρως!).

Και μετά από αυτή την εκτεταμένη εισαγωγή ερχόμαστε στο κυρίως θέμα και προσπαθούμε να δώσουμε απάντηση στο ερώτημα εάν χρειάζονται τόσοι πολλοί managers σε όλες τις οργανωτικές δομές του κράτους. Το φαινόμενο του μεγάλου αριθμού διαχειριστών είναι μια παθογένεια πολλών ιδιωτικών επιχειρήσεων οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις έχουν επηρεαστεί από την αντίστοιχη οργάνωση των κρατικών υπηρεσιών.

Κάθε φορά που στο δημόσιο διάλογο γίνεται αναφορά στο θέμα της χρησιμότητας τόσων πολλών managers μου έρχεται στο μυαλό η παρακάτω εικόνα.

Είναι σαφές ότι στην ελληνική επιχειρηματική νοοτροπία επικρατεί η άποψη ότι όσους περισσότερους managers έχει μια εταιρεία, τόσο καλύτερα οργανωμένη είναι και τόσο καλύτερο αποτύπωμα θα αφήσει στην αγορά την οποία δραστηριοποιείται.

Δυστυχώς όμως με την πάροδο του χρόνου αποδεικνύεται το εντελώς αντίθετο. Σκεφτείτε πως γίνεται η ροή της πληροφορίας σε ένα τέτοιο επιχειρησιακό μοντέλο. Ο διευθυντής δίνει εντολή στον πρώτο manager, αυτός με τη σειρά του στον επόμενο manager και το φαινόμενο συνεχίζεται μέχρι να φτάσει η πληροφορία στον τελικό αποδέκτη που τις περισσότερες φορές είναι ένας εργαζόμενος ο οποίος κάνει τη δουλειά.

Τα προβλήματα που εντοπίζονται σε αυτό το μοντέλο είναι αρκετά.

Πρώτον, επειδή η πληροφορία περνά από τόσα άτομα δεν μπορεί κανένας να είναι σίγουρος ότι θα φτάσει αυτούσια και σωστή στον τελικό αποδέκτη.

Δεύτερον, εάν για κάποιο λόγο, ένας από του ενδιάμεσους managers δε βρίσκεται στη θέση του (επειδή μπορεί κάτι να του συνέβη, να έχει άδεια κλπ), τότε η πληροφορία θα καθυστερήσει να φτάσει στον προορισμός της.

Τρίτον, εάν κάποιος από τους ενδιάμεσους managers δεν συμφωνεί με τη συγκεκριμένη εντολή μπορεί να μπλοκάρει στη διαδικασία πολύ εύκολα.

Τέταρτον αυτό το μοντέλο είναι προβληματικό όσο αναφορά τη μέτρηση της παραγωγικότητας καθενός στελέχους χωριστά καθώς ο κάθε manager θα πρέπει να μετράει την παραγωγικότητα του επόμενου στην ιεραρχία και όπως είναι φανερό όλοι οι ενδιάμεσοι κρίκοι της αλυσίδας λόγω μειωμένης δραστηριότητας θα παρουσιάζουν σχεδόν μηδενικές αποδόσεις.

Μήπως κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στην οργάνωση του κρατικού μηχανισμού;

Και αν ναι υπάρχει λύση;

Η απάντηση έρχεται και πάλι από τον κόσμο των επιχειρήσεων και είναι η μετατροπή των managers σε leaders. Ένας leader (ηγέτης) διαφέρει από έναν manager (διαχειριστή) σύμφωνα με την παρακάτω εικόνα.

Προτείνεται λοιπόν η υπερανάλυση όλων των δραστηριοτήτων μιας υπηρεσίας και εν συνεχεία ο πλήρης και σαφής διαχωρισμός αρμοδιοτήτων και η δημιουργία μικρών και ευέλικτων ομάδων για καθεμιά από τις οποίες θα είναι υπεύθυνος ένας leader. Η ομάδα αυτή αφού αποκτήσει ομοιογένεια θα εξειδικευτεί σε ένα και μόνο αντικείμενο και δεν θα εμπλέκεται σε αρμοδιότητες άλλων ομάδων. Στο νέο αυτό μοντέλο ο ηγέτης θα πρωτοστατεί της επιχείρησης και η πληροφορία θα μεταφέρεται άμεσα σε όλους τους εμπλεκόμενους. Επιπλέον εάν κάποιος θέλει να μπλοκάρει τη διαδικασία, το project θα συνεχίζεται απρόσκοπτα από τις υπόλοιπες ομάδες και τέλος η μέτρηση της παραγωγικότητας θα γίνεται αυτόματα από τον ηγέτη της κάθε ομάδας ο οποίος έχοντας ένα μικρό αριθμό ατόμων να διαχειριστεί θα είναι σε θέση να βελτιστοποιήσει την απόδοσή τους ανεξάρτητα από όλους τους υπόλοιπους.

Τέλος για να διαπιστώσουμε εάν ένας manager έχει τα προσόντα να γίνει leader υπάρχουν πολλές τεχνικές. Μια εμπειρική τεχνική μας έρχεται από το χώρο της αυτοβελτίωσης και μας λέει ότι για να δεις εάν κάποιος είναι κατάλληλος να ηγηθεί μιας ομάδας αρκεί να κάνεις την εξής απλή ερώτηση στον εαυτό σου: θα τον ακολουθούσα;

Εάν η απάντηση είναι θετική τότε θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στον υποψήφιο leader να δείξει την αξία του. Εάν η απάντηση είναι αρνητική τότε θα πρέπει να βρεθεί ένας άλλος ρόλος για το άτομο αυτό ώστε να έχει τη βέλτιστη απόδοση και κατ΄επέκταση τη μέγιστη προσφορά.

Εσύ τι γνώμη έχεις;

Πηγή εικόνας: https://pixabay.com/el/users/geralt-9301/

Διαβάστε περισσότερα

Οι αριθμοί λένε πάντα την αλήθεια; Άμα ξέρεις να τους διαβάζεις…

του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα,

Τα μαθηματικά είναι μια επιστήμη που εφαρμόζεται σε κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής. Από την αμοιβή που λαμβάνουμε από την εργασία μας, το ενοίκιο και τους λογαριασμούς που πληρώνουμε, τις τιμές των καυσίμων και των προϊόντων που αγοράζουμε μέχρι τους τραπεζικούς λογαριασμούς και όλα στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, τα πάντα εκφράζονται με αριθμούς.

Λένε όμως οι αριθμοί πάντα την αλήθεια;

Πριν απαντήσουμε στο παραπάνω ερώτημα θα πρέπει να κάνουμε έναν διαχωρισμό. Έχει σημασία λοιπόν εάν ο αριθμός που εξετάζουμε εκφράζεται ως απόλυτο νούμερο ή ως ποσοστό.

Έλα να κάνουμε μαζί μια άσκηση.

Έστω ότι ένας εργαζόμενος υφίσταται μείωση του μισθού του κατά 50% (ακραίο αλλά στην Ελλάδα μπορεί να συμβεί!). Έστω ότι μετά από λίγο καιρό τον φωνάζει ο εργοδότης του και του λέει ότι για να αποκαταστήσει την αδικία θα του αυξήσει το μισθό κατά 50%.

Ωραία σκέφτεται ο εργαζόμενος. Πριν λίγους μήνες έχασα το 50% του μισθού μου και τώρα το πήρα πίσω! Άρα αναμένει να λάβει το μισθό που λάμβανε αρχικά. Και δυστυχώς το ίδιο θα ανέμεναν και όλοι όσοι βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση με αυτόν.

Στο τέλος του μήνα όμως, ο ήρωάς μας τσεκάρει τον τραπεζικό του λογαριασμό και βλέπει ότι του έχει κατατεθεί ως μισθός ένα ποσό μικρότερο από το αρχικό.

Τι συνέβη; Πού έκανε λάθος ο εργαζόμενος;

Πουθενά! Τα ποσοστά μείωσης και αύξησης όντως είναι ίδια, η βάση υπολογισμού όμως είναι διαφορετική.

Ας το ποσοτικοποιήσουμε για να το καταλάβουμε καλύτερα.

Έστω ότι ο φίλος μας λάμβανε αρχικό μισθό 1000€.

Με τη μείωση 50% που του έκανε ο εργοδότης ο μισθός του πλέον θα ήταν 50%*1000€=500€

Στη συνέχεια ο εργοδότης του έκανε αύξηση 50% άρα το μισθός του πλέον θα διαμορφωνόταν στα (1+50%)*500€=750€

Αν το παραπάνω παράδειγμα το βλέπαμε ως απόλυτα νούμερα και όχι ως ποσοστά θα λέγαμε ότι ο εργαζόμενος με τη μείωση έχασε 500€ και με την αύξηση κέρδισε 250€. Ενώ δηλαδή ως ποσοστά (μείωσης και αύξησης) είναι τα ίδια, μόνο όταν μετατραπούν σε απόλυτα ποσά φαίνεται η πραγματική διαφορά.

Για να επανέλθει δηλαδή ο εργαζόμενος στον αρχικό του μισθό θα πρέπει ο εργοδότης να του κάνει αύξηση 100% και όχι 50%, ακριβώς γιατί η βάση υπολογισμού είναι διαφορετική!

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τα λεγόμενα ποσοστά κέρδους. Εάν έχουμε δηλαδή δύο εταιρείες που από τα έργα που έχουν αναλάβει να υλοποιήσουν κερδίζουν και οι δύο 20% τότε δημιουργείται η εντύπωση ότι τα κέρδη τους είναι τα ίδια. Μπορεί όμως η μία εταιρεία να κέρδισε 20% σε ένα έργο των 10.000€ ενώ η άλλη να κέρδισε 20% σε ένα έργο των 150.000€. Σε απόλυτα ποσά η πρώτη θα έχει κέρδη 2.000€ ενώ η δεύτερη 30.000€. Βέβαια είναι διαφορετικά και τα έξοδα που έχουν αλλά και πάλι η διαφορά σε απόλυτα νούμερα είναι τεράστια.

Συμπέρασμα: Όταν συγκρίνουμε μεταξύ τους ποσοστά θα πρέπει η βάση αναφοράς να είναι η ίδια.

Θέλεις να κάνουμε ακόμη μια άσκηση;

Έστω ότι έχουμε τους παρακάτω αριθμούς:

1, 4, 6, 10, 15, 18

Αν κάποιος θέλει να βρει τη μέση τιμή των παραπάνω αριθμών τότε θα υπολογίζει το γνωστό σε όλους μας μέσο όρο ως:

(1+4+6+10+15+18)/6=9

Τι θα γινόταν όμως εάν στην παραπάνω σειρά προσθέταμε στο τέλος και τον αριθμό 156;

Αν υπολογίζαμε και πάλι το μέσο όρο θα βρίσκαμε:

(1+4+6+10+15+18+156)/7=30

Βλέπουμε λοιπόν ότι στη δεύτερη περίπτωση ο μέσος όρος δεν είναι σωστό μέγεθος για να περιγράψει τη μέση τιμή ακριβώς επειδή υπάρχει μια ακραία τιμή στο δείγμα που στρεβλώνει το αποτέλεσμα.

Σε τέτοιες περιπτώσεις ή θα πρέπει να απομονώνουμε τις ακραίες τιμές και να υπολογίζουμε μετά το μέσο όρο, ή αντί για το μέσο όρο να υπολογίζουμε τη διάμεσο, δηλαδή τον αριθμό που βρίσκεται ακριβώς στη μέση εάν τοποθετήσουμε όλα τα νούμερα του δείγματος σε αύξουσα σειρά.

Στο παράδειγμά μας η διάμεσος είναι ο αριθμός 10 που είναι πολύ κοντά στο μέσο όρο χωρίς να λάβουμε υπόψη την ακραία τιμή (το νούμερο 9 δηλαδή).

Συμπέρασμα: Τελικά το μέγεθος μετράει!

 

Άρα τελικά οι αριθμοί λένε πάντα την αλήθεια;

Φυσικά είναι η απάντηση…αρκεί να ξέρεις να τους διαβάζεις!

Και ένα ακόμη παράδειγμα πριν κλείσουμε:

Έστω ότι το μήνα Απρίλιο μια χώρα είχε ρυθμούς ανάπτυξης 5%, το Μάιο 4% και τον Ιούνιο 3%.

Εάν βάλεις τα νούμερα σε ένα διάγραμμα θα προκύψει μια γραμμή που συνεχώς μειώνεται και έτσι δημιουργείται η εντύπωση ότι η χώρα έχει ύφεση.

Σωστό; Λάθος!

Ο μείωση του ρυθμού αύξησης ενός μεγέθους λοιπόν δεν σημαίνει ότι το μέγεθος μειώνεται αλλά ότι αυξάνεται πιο αργά.

Τέλος θα πρέπει να σημειώσουμε ότι όλοι οι παραπάνω μαθηματικοί υπολογισμοί χρησιμοποιούνται από την ανάποδη τόσο από τις κυβερνήσεις όσο και από τα ΜΜΕ (άλλοτε από αμέλεια και άλλοτε εσκεμμένα) ώστε να δημιουργούν εντυπώσεις που τις περισσότερες φορές μαθηματικά δεν στέκουν!

Εσύ τι γνώμη έχεις;

Πηγή εικόνας: https://pixabay.com/el/users/chenspec-7784448/

Διαβάστε περισσότερα

Ο Δήμαρχος, ο Εργολάβος και η Αρχιτέκτονας. Ποιός ελέγχει ποιoν τελικά; Μια ιστορία για τις ΑΠΕ

του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα,

Η αύξηση εγκατάστασης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας την τελευταία δεκαετία στα πλαίσια της πολυδιαφημιζόμενης βιώσιμης ανάπτυξης έχει αποκτήσεις φανατικούς υποστηρικτές και ορκισμένους εχθρούς. Πολιτικοί και εργολάβοι από τη μία και ελεγκτικοί μηχανισμοί και περιβαλλοντικές οργανώσεις από της άλλη επιδίδονται σε ένα μπρα ντε φερ ώστε να ικανοποιήσει ο καθένας το κοινό του. Το θέμα είναι ότι η αντιπαλότητα αυτή χωρίζει στη μέση και την τοπική κοινωνία καθώς κάποιες κοινωνικές ομάδες θα ευνοηθούν από την υλοποίησή του έργου και κάποιες άλλες θα πληγούν, όπως συμβαίνει σε κάθε μεγάλο έργο που κατασκευάζεται σε μια περιοχή.

Η ιστορία

Με αυτό το υπόβαθρο ξεκινάει και η ιστορία μας, όπου πρωταγωνιστές είναι ένας Δήμαρχος (Δ), ένας Εργολάβος (Ε) και μια Αρχιτέκτονας (Α).

Σε ορεινή επαρχιακή περιοχή της χώρας όπου οι κύριες δραστηριότητες είναι γεωργοκτηνοτροφικές και εναλλακτικός τουρισμός (αγροτουρισμός κλπ) παίρνεται απόφαση κατασκευής αιολικού πάρκου. Ο Δήμαρχος περιχαρής, παρά τις αντιδράσεις και τις κινητοποιήσεις περιβαλλοντικών οργανώσεων ότι θα επηρεαστεί (δυσμενώς) η πανίδα της περιοχής, ενεργοποιεί τα προσκείμενα σε αυτόν μέσα ενημέρωσης να προωθήσουν την απόφαση, δίνοντας του τα εύσημα για τις ενέργειές του. Στις αφανής διαδικασίες που προηγήθηκαν βέβαια έχει προαποφασιστεί ποια κατασκευαστική εταιρεία θα πάρει το έργο και ο Εργολάβος είναι σε ετοιμότητα και περιμένει την τυπική (όπως νομίζει) έκδοση της άδειας ώστε να βάλει μπρος τις μηχανές.

Στο σημείο αυτό μπαίνει στο κάδρο και μια Αρχιτέκτονας η οποία κάθε άλλο παρά εναντίον της βιώσιμης ανάπτυξης είναι. Τυγχάνει όμως να είναι πρόεδρος του τοπικού συμβουλίου αρχιτεκτονικής που καλείται να δώσει το ΟΚ για την έκδοση της απαιτούμενης άδειας! Κατά τη συνεδρίαση του συμβουλίου λοιπον, μόλις η επιτροπή ανοίγει τη μελέτη βρίσκεται αντιμέτωπη με κάτι τρομακτικό. Η επέμβαση που πρέπει να γίνει στο βουνό για την κατασκευή του αιολικού πάρκου (τόσο για την κατασκευή των βάσεων κάθε πυλώνα, όσο και για τη δημιουργία των απαιτούμενων προσβάσεων και σύνδεσης με το δίκτυο) είναι τόσο μεγάλη που αλλάζει όλη η μορφολογία της περιοχής.

Προβληματισμένα τα μέλη της επιτροπής συμφωνούν ότι δεν μπορούν να δώσουν έγκριση ώστε να προχωρήσει το έργο! Η Αρχιτέκτονας λοιπόν καλείται να μεταφέρει τα δυσάρεστα νέα στο Δήμαρχο. Εκείνος έξω φρενών αρχίζει τα τηλεφωνήματα για να λύσει ένα (όπως διαδίδει προς τα έξω) διαδικαστικό θέμα που έχει προκύψει. Δυστυχώς όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όσο νομίζει καθώς η προσφιλή του τεχνική (θα πάρω ένα τηλέφωνο και θα λυθεί το θέμα) δεν έχει αποτέλεσμα.

Η επόμενή του κίνηση είναι να καλέσει σε μια ανεπίσημη συνάντηση την Αρχιτέκτονα και τον Εργολάβο ώστε να βρουν οι τρεις του μια λύση. Στη συνάντηση αυτή η στιχομυθία πήγε κάπως έτσι:

-Δ: Παρακαλώ εξηγήστε μου το πρόβλημα κα Πρόεδρε.

-Α: Κ. Δήμαρχε η μελέτη που μας προσκομίστηκε περιγράφει μια τεράστια επέμβαση στην ορεινή περιοχή όπου πρόκειται να κατασκευαστεί το έργο την οποία η το συμβούλιο αρχιτεκτονικής δεν μπορεί να εγκρίνει.

-Ε: Μα δεν γίνεται αλλιώς να κατασκευαστεί το έργο. Το βουνό είναι πολύ απότομο, πως θα πάνε τα υλικά στην κορυφή;

-Δ: Έχει δίκιο ο Ε.

-Α: Μα δεν υπάρχει νομοθεσία που να μας επιτρέπει να εγκρίνουμε τέτοια παρέμβαση. Εξάλλου ένα έργο θα πρέπει να προσαρμόζεται στο περιβάλλον στο οποίο πρόκειται να κατασκευαστεί και όχι το περιβάλλον στο έργο!

Ο Δήμαρχος και ο Εργολάβος είχαν αλλάξει δέκα χρώματα.

-Δ: Δηλαδή τι προτείνεται να μην φτιάξουμε το έργο που θα αναβαθμίζει ολόκληρη την περιοχή και θα μας εντάξει στο top των Δήμων με τη μεγαλύτερη συνεισφορά ΑΠΕ;

-Ε: Δεν ξέρω τι λέτε εσείς εγώ τα χώματα των εκσκαφών τα έχω πουλήσει ήδη και με τα λεφτά που πήρα είμαι έτοιμος να ξεκινήσω!! (Όντως τα προϊόντα εκσκαφών ενός τέτοιου έργου είναι ζηλευτά και πολλοί έμποροι αντιμάχονται για το ποιος θα τα καπαρώσει)

-Δ: Αν δεν εγκρίνετε το έργο θα κάνω αγωγή τόσο στην επιτροπή όσο και σε σας προσωπικά για διαφυγόντα κέρδη!

Η Αρχιτέκτονας έφυγε πολύ αναστατωμένη από τη συνάντηση. Δεν κοιμήθηκε καθόλου εκείνο το βράδυ. Προσπαθούσε να καταλάβει εάν ήταν αυτή τόσο λάθος…

Το λάθος όμως δεν το έκανε η Αρχιτέκτονας.

Εάν το σκεφτεί κανείς μπαίνοντας στη θέση καθενός από του τρεις ήρωες της ιστορίας μας, όλοι τους έχουν δίκιο! Ο Δήμαρχος θέλει να δείξει ότι κανόνισε την κατασκευή ενός μεγάλου έργου στην περιοχή που την αναπτύσσει, ο Εργολάβος θέλει να υλοποιήσει το έργο για να βγάλει το ανάλογο κέρδος και η Αρχιτέκτονας θέλει να κάνει σωστά τη δουλεία της σύμφωνα με τη θέσης ως πρόεδρος του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής και τη νομοθεσία που έχει να εφαρμόσει.

Άρα τελικά πού είναι το λάθος;

Το λάθος είναι στο γεγονός ότι και οι τρεις εμπλεκόμενοι θεωρούν ότι μπορούν να ελέγξουν την κατάσταση, ή καλύτερα στο επίπεδο ελέγχου και επιρροής που έχει καθένας από αυτούς. Για να γίνουμε πιο κατανοητοί:

Η Αρχιτέκτονας πιστεύει ότι μπορεί να ελέγξει τον Εργολάβο μέσω της απόφασής της για έγκριση ή μη του έργου.

Ο Εργολάβος πιστεύει πως μπορεί να ελέγξει το Δήμαρχο καθώς δεν είναι γνωστό με ποιο τρόπο πήρε το έργο (πιθανή οικονομική συναλλαγή μεταξύ Εργολάβου-Δημάρχου).

Ο Δήμαρχος πιστεύει ότι μπορεί να ελέγξει την Αρχιτέκτονα λόγω της θέσης του και των πολιτικών παρεμβάσεων που μπορεί να κάνει.

Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος ελέγχου και συμφωνία δεν υπάρχει για δύο λόγους. 

Πρώτον γιατί ένας κύκλος δεν έχει αρχή, μέση και τέλος και θα πρέπει με κάποιον τρόπο με σπάσει και να μετατραπεί σε ευθύγραμμό τμήμα όπου εκεί η ροή του ελέγχου θα καταλήξει σε αποτέλεσμα (θετικό ή αρνητικό). 

Δεύτερον γιατί το είδος του ελέγχου που ασκεί το κάθε άτομο είναι διαφορετικό. Ο έλεγχος δηλαδή που ασκεί η Αρχιτέκτονας είναι κανονιστικός, ο έλεγχος που ασκεί ο εργολάβος είναι οικονομικός και ο έλεγχος του ασκεί ο Δήμαρχος είναι πολιτικός. 

Και προφανώς στο τέλος υπερισχύει ο έλεγχος αυτού που έχει τη μεγαλύτερη δύναμη (πολιτική, οικονομική, γνωστική κλπ).

Ή μήπως όχι…

Μπορεί μια Αρχιτέκτονας από μόνη της να αποτρέψει την κατασκευή ενός τόσο
μεγάλου έργου;

Μπορεί ένα Δήμαρχος να δένει και να λύνει κατά βούληση χωρίς να ρωτάει
κανέναν;

Μπορεί ένας εργολάβος να ενεργεί προκαταβολικά (πώληση χωμάτων, έναρξη
έργου χωρίς σύμβαση κλπ) χωρίς να έχει πάρει το τελικό ΟΚ;

Ποιός ελέγχει ποιον τελικά;

Εσύ τι γνώμη έχεις;

Πηγή εικόνας: https://pixabay.com/el/users/edwhiteimages-5746252/

Διαβάστε περισσότερα

Να επενδύσω αποταμιεύοντας ή να αποταμιεύσω επενδύοντας;

του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα,

Επένδυση και αποταμίευση. Δύο έννοιες φαινομενικά εκ διαμέτρου αντίθετες καθώς η επένδυση στο μυαλό των περισσότερων σχετίζεται με χρήματα που πιθανότατα θα χαθούν αν κάτι πάει στραβά, ενώ η αποταμίευση έχει να κάνει με τη συλλογή των χρημάτων που περισσεύουν ώστε να είναι διαθέσιμα για μια «ώρα ανάγκης». Έτσι λοιπόν η πλειοψηφία του κόσμου στρέφεται σε πολύ μεγάλο ποσοστό στο κομμάτι της αποταμίευσης και πολύ λιγότερο σε αυτό της επένδυσης.

Οι παραπάνω απόψεις αν και αρκετά απλοϊκές έχουν αρκετή δόση αλήθειας. Το θέμα όμως αν το αναλύσει κανείς λίγο παραπάνω θα διαπιστώσει ότι είναι πολυπαραγοντικό. Υπάρχουν δηλαδή αρκετοί επιμέρους παράγοντες οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν, άλλοι λιγότερο και άλλοι περισσότερο, το αποτέλεσμα τόσο της αποταμίευσης όσο και της επένδυσης. Κάποιοι από τους παράγοντες αυτούς είναι ο πληθωρισμός, τα επιτόκια, η αποδόσεις, η αξία του χρήματος, η γεωγραφική περιοχή, η δανειοδότηση, οι επιδοτήσεις, το ρίσκο, και γενικότερα το πως κινείται η αγορά (θετικά ή αρνητικά).

Οι περισσότεροι από τους παραπάνω παράγοντες (αν όχι όλοι) έχουν άμεση ή έμμεση εξάρτηση από το χρόνο. Ο χρόνο είναι ένα μέγεθος ντετερμινιστικά ορισμένο γιατί έτσι το όρισαν οι άνθρωποι, Έτσι λοιπόν η μέρα έχει 24 ώρες για όλους, άρα όποια αλλαγή στους παραπάνω παράγοντες επηρεάζει το σύνολο της κοινωνίας. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι δεν επηρεάζονται όλοι το ίδιο καθώς δεν βρίσκονται όλοι στην ίδια οικονομική κατάσταση.

Δυστυχώς η οικονομική παιδεία δεν διδάσκεται στα σχολεία και αυτό μπορεί να συμβαίνει είτε από επιλογή είτε από αμέλεια. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο σε κάθε περίπτωση. Τα παιδιά από μικρά μαθαίνουν (;) να αποταμιεύουν χρήματα σε έναν κουμπαρά για να μπορέσουν αγοράσουν στο μέλλον κάτι που είναι κάπως πιο ακριβό. Τι θα συνέβαινε όμως εάν τα παιδία αντί για έναν κουμπαρά είχαν 3 ή ακόμη και 6; Τι θα συνέβαινε λοιπόν εάν από μικροί μπαίναμε σε μια διαδικασία διαφορετικής διαχείρισης των χρημάτων;

Η διαχείριση λοιπόν είναι μια διαδικασία που εάν διδαχθεί από μικρή ηλικία σε κάποιον, θα μπορεί ο τελευταίος να κάνει διαφορετικές επιλογές από τις τετριμμένες στην ενήλικη ζωή του. Και τι θα γίνει εάν οι επιλογές αυτές αποδειχθούν χειρότερες από τις παραδοσιακές; Η απάντηση είναι και πάλι στη λέξη διαχείριση η οποία είναι ικανή να αποτρέψει ενδεχόμενη οικονομική καταστροφή.

Στο δια ταύτα λοιπόν.

Η αποταμίευση θα πρέπει να σχετίζεται με χρήματα που μένουν στην άκρη και δεν αγγίζονται μέχρι να προκύψει κάποια μεγάλη ανάγκη, είτε καλή είτε κακή, όπως ένα θέμα υγείας ή οι σπουδές του παιδιού μου κλπ. Εκεί λοιπόν θα πρέπει να αποδίδεται ένα μέρος των χρημάτων που περισσεύουν για τα έκτακτα.

Η επένδυση από την άλλη θα πρέπει να σχετίζεται με χρήματα τα οποία τοποθετούνται σε διάφορες θέσεις από τις οποίες επιδιώκουμε να αποκτήσουν υπεραξία και να μας επιστραφούν αυξημένα κατά ένα ποσοστό. Ακόμα και σε αυτή την περίπτωση όμως που φαντάζει αρκετά επικίνδυνη ώστε να χαθούν χρήματα, πάντα υπάρχουν επιλογές με μεγαλύτερο ή μικρότερο ρίσκο. Άρα και εδώ υπάρχει το κομμάτι της διαχείρισης.

Η πρώτη πρόταση διαχείρισης – διάσπασης των χρημάτων μας απευθύνεται στα παιδιά τα οποία προτείνεται να χωρίσουν τον έναν και μοναδικό κουμπαρά τους σε 3 όπως φαίνεται στο παρακάτω γράφημα.

Και επειδή όλοι ελπίζουμε ότι τα παιδία θα τα καταφέρουν καλύτερα από εμάς, εάν μάθουν όχι μόνο να ξοδεύουν αλλά τόσο να αποταμιεύουν όσο και να προσφέρουν από το περίσσευμά τους τότε θα είναι έτοιμοι να διασπάσουν περεταίρω τον παραπάνω διαχωρισμό και να μεταφερθούν από τους παιδικούς κουμπαράδες στους κουμπαράδες ενηλίκων σύμφωνα με το ακόλουθο γράφημα.

Και για να γίνουμε λίγο πιο σαφείς τα επιμέρους έξοδα που προτείνεται να αντιστοιχίζονται με κάθε κουμπαρά ενηλίκων αναλύονται παρακάτω:

Αν πάλι οι κουμπαράδες των ενηλίκων μας φαίνονται πολλοί, μπορούμε (αν και δεν προτείνεται) να τους συμπτύξουμε από 6 σε 3, ως κουμπαρά αναγκών (50%), κουμπαρά επιθυμιών (30%, διασκέδαση, εκπαίδευση, γενναιοδωρία) και κουμπαρά αποταμίευσης (20%, αποταμίευση και οικ. ελευθερία). Το τελευταίο είναι γνωστό και ως κανόνας 50/30/20.

Η μέθοδος λοιπόν διαχωρισμού-διάσπασης των χρημάτων μας είναι η μόνη εγγυημένη μέθοδος επιτυχημένης οικονομικής διαχείρισης. Τα ποσοστά προφανώς και είναι ενδεικτικά και μπορεί ο καθένας να τα διαμορφώσει ανάλογα με το δικό του οικονομικό προφίλ. Όσο πιο αναλυτικός είναι πάντως ο διαχωρισμός, τόσο ακριβέστερη διαχείριση θα γίνεται σε κάθε κουμπαρά και τόσο θα μειώνεται ο κίνδυνος να ξεφύγει η κατάσταση από κάθε έλεγχο.

Επανερχόμενοι λοιπόν στο αρχικό ερώτημα (επένδυση ή αποταμίευση;), η απάντηση γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρη. Εάν αποταμιεύουμε όλα τα χρήματα που μας περισσεύουν τότε είτε τα έχουμε στην τράπεζα (με τα μηδαμινά επιτόκια) είτε τα έχουμε στο στρώμα μας, αυτά χάνουν την αξία τους λόγω του υψηλού πληθωρισμού. Εάν από την άλλη επενδύουμε όλα μας τα χρήματα ειδικά σε θέσεις που δεν γνωρίσουμε τότε ο κίνδυνος να τα «χάσουμε όλα» είναι πολύ αυξημένος. Εξάλλου είναι εμφανές ότι ο παραπάνω πίνακας περιέχει στοιχεία τόσο αποταμίευσης όσο και επένδυσης.

Συνεπώς όπως στα περισσότερα πράγματα η βέλτιστη λύση βρίσκεται σε κάποια ενδιάμεση θέση (και όχι ακριβώς στο μέσον!). Εν μέρει δηλαδή αποταμίευση για να καλύπτουμε τις άμεσες ανάγκες μας έχοντας την απαιτούμενη ρευστότητα και εν μέρει επένδυση με κατάλληλη διασπορά για μείωση του ρίσκου και των ενδεχόμενων απωλειών.

Εσύ τι γνώμη έχεις;

Πηγή εικόνας: https://pixabay.com/el/users/nattanan23-6312362/